imprison
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | imprison |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | imprisons |
| αόριστος | imprisoned |
| παθητική μετοχή | imprisoned |
| ενεργητική μετοχή | imprisoning |
Ρήμα
[επεξεργασία]imprison (en)
- (μεταβατικό) φυλακίζω
The dictatorial regime arrested and imprisoned many citizens.
- Το δικτατορικό καθεστώς συνέλαβε και φυλάκισε πολλούς πολίτες.
Opponents of the dictatorship were imprisoned or banished.
- Οι αντίπαλοι της δικτατορίας φυλακίζονταν ή εξορίζονταν.