imputation

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
imputation imputations

imputation (fr) θηλυκό

  1. η κατηγορία, η απόδοση σε κάποιον
  2. η πίστωση
  3. η χρέωση σε κάποιον