incalculable

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Επίθετο

[επεξεργασία]

incalculable (en)

  1. ανυπολόγιστος
  2. απρόβλεπτος (για χαρακτήρα)



Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
incalculable incalculables

incalculable (fr) αρσενικό ή θηλυκό