industry
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| industry | industries |
industry (en)
- (μη μετρήσιμο) η βιομηχανία, η παραγωγή αγαθών από πρώτες ύλες, ιδίως σε εργοστάσια.
We need to increase the competitiveness of American industry.
- Πρέπει να αυξήσουμε την ανταγωνιστικότητα της αμερικανικής βιομηχανίας.
- η βιομηχανία, ο κλάδος, ο τομέας
the car industry - η βιομηχανία αυτοκινήτων
We need to develop local industries.
- Πρέπει να αναπτύξουμε τις τοπικές βιομηχανίες.
The whole issue has raised concern within the food industry.
- Όλο το ζήτημα έχει προκαλέσει ανησυχία στη βιομηχανία τροφίμων.
At a wider level, the industry as a whole needs restructuring.
- Σε ευρύτερο επίπεδο, ο κλάδος συνολικά χρειάζεται αναδιάρθρωση.
Industry experts expect growth to continue for years.
- Οι ειδικοί του κλάδου αναμένουν ότι η ανάπτυξη θα συνεχιστεί για χρόνια.
She later worked in the banking industry.
- Αργότερα εργάστηκε στον τραπεζικό τομέα.