Μετάβαση στο περιεχόμενο

ingenuity

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ingenuity (en) (μη μετρήσιμο)

  • η εφευρετικότητα, η επινοητικότητα
    παράδειγμα  The foundations of civilization were laid thanks to the ingenuity of primitive man.
    Οι βάσεις του πολιτισμού μπήκαν χάρη στην εφευρετικότητά του πρωτόγονου ανθρώπου.
    παράδειγμα  Children at the camp develop their initiative and ingenuity.
    Tα παιδιά στην κατασκήνωση αναπτύσσουν την πρωτοβουλία και την εφευρετικότητά τους.
     συνώνυμα:  invention και inventiveness