Μετάβαση στο περιεχόμενο

inscrutable

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
  1. ανεξιχνίαστος, ανεξακρίβωτος, ανερμήνευτος

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
inscrutable inscrutables

Επίθετο

[επεξεργασία]

inscrutable (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ανεξιχνίαστος, ανεξακρίβωτος, ανερμήνευτος