ανεξιχνίαστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανεξιχνίαστος ανεξιχνίαστη ανεξιχνίαστο
γενική ανεξιχνίαστου ανεξιχνίαστης ανεξιχνίαστου
αιτιατική ανεξιχνίαστο ανεξιχνίαστη ανεξιχνίαστο
κλητική ανεξιχνίαστε ανεξιχνίαστη ανεξιχνίαστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανεξιχνίαστοι ανεξιχνίαστες ανεξιχνίαστα
γενική ανεξιχνίαστων ανεξιχνίαστων ανεξιχνίαστων
αιτιατική ανεξιχνίαστους ανεξιχνίαστες ανεξιχνίαστα
κλητική ανεξιχνίαστοι ανεξιχνίαστες ανεξιχνίαστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανεξιχνίαστος < ελληνιστική κοινή ἀνεξιχνίαστος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανεξιχνίαστος

  • που δεν μπορεί να εξιχνιαστεί ή δεν έχει εξιχνιαστεί ακόμη

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]