εξιχνιασμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εξιχνιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου εξιχνιάζω
Μετοχή
[επεξεργασία]εξιχνιασμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη εξιχνιάζω
εξιχνιασμένος, -η, -ο