intime

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: intimé

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

intime 

Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
intime intimes

intime (fr) αρσενικό ή θηλυκό