introduce
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | introduce |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | introduces |
| αόριστος | introduced |
| παθητική μετοχή | introduced |
| ενεργητική μετοχή | introducing |
Ρήμα
[επεξεργασία]introduce (en)
- συστήνω, παρουσιάζω, γνωρίζω δύο ή περισσότερα άτομα μεταξύ τους αναφέροντας τα ονόματά τους
Let me introduce you to my wife.
- Να σε συστήσω στην γυναίκα μου.
Allow me to introduce myself.
- Επιτρέψτε μου να συστηθώ.
He introduced the speaker to the audience.
- Παρουσίασε τον ομιλητή στο ακροατήριο.
I don’t think that we’ve been introduced.
- Δεν νομίζω ότι γνωριζόμαστε.
- εισάγω, μυώ, κάνω κάποιον να γνωρίσει κάτι
He introduced us to the secrets of his art.
- Μας εισήγαγε στα μυστικά της τέχνης του.
He introduced me to the delights of music.
- Με μύησε τις χάρες της μουσικής./Μου γνώρισε τις χάρες της μουσικής.
- εισάγω, βάζω, φέρνω, κάνω κάτι διαθέσιμο για χρήση, συζήτηση κτλ. για πρώτη φορά
He introduced a bill to Parliament.
- Εισήγαγε ένα νομοσχέδιο στη Βουλή.
I introduce goods into new markets.
- Βάζω εμπορεύματα σε νέες αγορές.
It is common knowledges that the prime minister will introduce a new law in parliament.
- Είναι κοινή γνώση πως ο πρωθυπουργός θα φέρει νέο νόμο στο κοινοβούλιο.
Πηγές
[επεξεργασία]- introduce - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 153. ISBN 9780194325684., λήμμα: βάζω
Ρουμανικά (ro)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]introduce (ro)