Μετάβαση στο περιεχόμενο

introduce

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας introduce
γ΄ ενικό ενεστώτα introduces
αόριστος introduced
παθητική μετοχή introduced
ενεργητική μετοχή introducing

introduce (en)

  1. συστήνω, παρουσιάζω, γνωρίζω δύο ή περισσότερα άτομα μεταξύ τους αναφέροντας τα ονόματά τους
    παράδειγμα  Let me introduce you to my wife.
    Να σε συστήσω στην γυναίκα μου.
    παράδειγμα  Allow me to introduce myself.
    Επιτρέψτε μου να συστηθώ.
    παράδειγμα  He introduced the speaker to the audience.
    Παρουσίασε τον ομιλητή στο ακροατήριο.
    παράδειγμα  I don’t think that we’ve been introduced.
    Δεν νομίζω ότι γνωριζόμαστε.
  2. εισάγω, μυώ, κάνω κάποιον να γνωρίσει κάτι
    παράδειγμα  He introduced us to the secrets of his art.
    Μας εισήγαγε στα μυστικά της τέχνης του.
    παράδειγμα  He introduced me to the delights of music.
    Με μύησε τις χάρες της μουσικής./Μου γνώρισε τις χάρες της μουσικής.
  3. εισάγω, βάζω, φέρνω, κάνω κάτι διαθέσιμο για χρήση, συζήτηση κτλ. για πρώτη φορά
    παράδειγμα  He introduced a bill to Parliament.
    Εισήγαγε ένα νομοσχέδιο στη Βουλή.
    παράδειγμα  I introduce goods into new markets.
    Βάζω εμπορεύματα σε νέες αγορές.
    παράδειγμα  It is common knowledges that the prime minister will introduce a new law in parliament.
    Είναι κοινή γνώση πως ο πρωθυπουργός θα φέρει νέο νόμο στο κοινοβούλιο.



Ρουμανικά (ro)

[επεξεργασία]

introduce (ro)

Συγγενικά

[επεξεργασία]