isobar

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
isobar isobars

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈī-sə-ˌbär/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

isobar (en)

  • (χημεία) το ισοβαρές
    • οι πυρήνες (σχεδόν πάντα) διαφορετικών χημικών στοιχείων με ίδιο μαζικό αριθμό μα διαφορετικό αριθμό (αναλογία) πρωτονίων και νετρονίων (διαφορετική σύσταση) ονομάζονται ισοβαρή