knickers

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

knickers (en) (πληθυντικός)

  1. (ΗΒ) το γυναικείο κάτω εσώρουχο
  2. φαρδύ (μπάγκι) παντελόνι μέχρι τα γόνατα
    συνώνυμα: knickerbockers

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

knickers (fr) (σπανίζει), knickerbockers αρσενικό μόνο στον πληθυντικό

  1. (παλιά) παντελόνι του γκολφ
  2. παντελόνι για το σκι ή τον αλπινισμό