knob

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

knob (en)

  1. πόμολο
  2. περιστροφικός μεταβολέας (πχ ρυθμιστής έντασης, επιλογέας, ροοστάτης, ποτενσιόμετρο)
  3. πούτσος, πούτσα, ψωλή, παπάρι