lancette

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
lancette lancettes

lancette (fr) θηλυκό

  1. μικρό νυστέρι
  2. αψίδα σε σχήμα κεφαλής ακοντίου