lande

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
lande landes

lande (fr) θηλυκό

  1. άγονη γη όπου φυτρώνουν μόνο μερικά αγριόχορτα