leek
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| leek | leeks |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]leek (en)
Εσθονικά (et)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]leek (et)
- η φλόγα
| ενικός | πληθυντικός |
| leek | leeks |
leek (en)
leek (et)