Μετάβαση στο περιεχόμενο

lethargy

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
lethargy lethargies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

lethargy (en)