νάρκη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νάρκη νάρκες
γενική νάρκης ναρκών
αιτιατική νάρκη νάρκες
κλητική νάρκη νάρκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νάρκη < αρχαία ελληνική νάρκη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)nerq- < *(s)ner- (γυρίζω, στρέφω) (1,2: (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική narcose, 3.: (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική torpille)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈnaɾ.ki/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νάρκη θηλυκό

  1. κατάσταση βαθέος ύπνου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: λήθαργος
  2. κατάσταση κατά την οποία επιβραδύνονται οι ζωτικές λειτουργίες ενός οργανισμού και περιορίζονται στο ελάχιστο οι κινήσεις και η αισθητηριακή ικανότητα
  3. (στρατιωτικός όρος) (ναυτικός όρος) εκρηκτική πολεμική συσκευή

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική νάρκη νάρκα νᾶρκαι
Γενική νάρκης νάρκαιν ναρκῶν
Δοτική νάρκ νάρκαιν νάρκαις
Αιτιατική νάρκην νάρκα νάρκας
Κλητική νάρκη νάρκα νᾶρκαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νάρκη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)nerq- < *(s)ner- (γυρίζω, στρέφω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νάρκη θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]