νάρκη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η νάρκη οι νάρκες
      γενική της νάρκης των ναρκών
    αιτιατική τη νάρκη τις νάρκες
     κλητική νάρκη νάρκες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νάρκη < (λόγιο) αρχαία ελληνική νάρκη (μούδιασμα) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)nerq- < *(s)ner- (γυρίζω, στρέφω)
για τους όρους της φυσιολογίας: (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική narcose
για τον στρατιωτικό όρο: (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική torpille[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈnaɾ.ci/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νάρκη θηλυκό

  1. κατάσταση βαθέος ύπνου
     συνώνυμα: λήθαργος
  2. κατάσταση κατά την οποία επιβραδύνονται οι ζωτικές λειτουργίες ενός οργανισμού και περιορίζονται στο ελάχιστο οι κινήσεις και η αισθητηριακή ικανότητα
  3. (στρατιωτικός όρος) (ναυτικός όρος) εκρηκτική πολεμική συσκευή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική νάρκη νάρκα νᾶρκαι
Γενική νάρκης νάρκαιν ναρκῶν
Δοτική νάρκ νάρκαιν νάρκαις
Αιτιατική νάρκην νάρκα νάρκας
Κλητική νάρκη νάρκα νᾶρκαι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νάρκη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)nerq- < *(s)ner- (γυρίζω, στρέφω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νάρκη θηλυκό

  • αναισθησία, παράλυση, μούδιασμα, νέκρωση
    ※  ὁμοιότατος εἶναι τό τε εἶδος καὶ τἆλλα ταύτῃ τῇ πλατείᾳ νάρκῃ τῇ θαλαττίᾳ· καὶ γὰρ αὕτη τὸν ἀεὶ πλησιάζοντα καὶ ἁπτόμενον ναρκᾶν ποιεῖ, καὶ σὺ δοκεῖς μοι νῦν ἐμὲ τοιοῦτόν τι πεποιηκέναι (Πλάτων Μένων, 80a,8-9) λείπει η μετάφραση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]