νάρκη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νάρκη νάρκες
γενική νάρκης ναρκών
αιτιατική νάρκη νάρκες
κλητική νάρκη νάρκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νάρκη < αρχαία ελληνική νάρκη < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *(s)nerq- (γυρίζω, στρέφω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νάρκη θηλυκό

  1. (στρατιωτικός όρος), (ναυτικός όρος): εκρηκτική πολεμική συσκευή.

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νάρκη < ριζ. νερκ-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νάρκη

αναισθησία, παράλυση, μούδιασμα, νέκρωση

«ὁμοιότατος εἶναι τό τε εἶδος καὶ τἆλλα ταύτῃ τῇ πλατείᾳ νάρκῃ τῇ θαλαττίᾳ· καὶ γὰρ αὕτη τὸν ἀεὶ πλησιάζοντα καὶ ἁπτόμενον ναρκᾶν ποιεῖ, καὶ σὺ δοκεῖς μοι νῦν ἐμὲ τοιοῦτόν τι πεποιηκέναι» Πλάτων Μένων «Η μέδουσα που μουδιάζει το μυαλό» 80a,8-9

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]