Μετάβαση στο περιεχόμενο

livraison

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
livraison livraisons

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

livraison (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη livrer