Μετάβαση στο περιεχόμενο

locomotiva

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
locomotiva locomotive

locomotiva (it) θηλυκό