logement

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

logement 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
logement logements

logement (fr) αρσενικό

  1. η στέγαση
  2. (κατ’ επέκταση) η κατοικία