logement
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| logement | logements |
logement (fr) αρσενικό
- η στέγαση
- (κατ’ επέκταση) η κατοικία
| ενικός | πληθυντικός |
| logement | logements |
logement (fr) αρσενικό