lorgnon

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
lorgnon lorgnons

lorgnon (fr) αρσενικό

  1. γυαλιά που στηρίζονταν στη μύτη με ένα ελατήριο ή που κρατιόντουσαν με μια λαβή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη lorgner