lorgnon

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
lorgnon lorgnons

lorgnon (fr) αρσενικό

  1. γυαλιά που στηρίζονταν στη μύτη με ένα ελατήριο ή που κρατιόντουσαν με μια λαβή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: lorgner