lucro

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

lucro < από το λατινικό lucrus
ενικός πληθυντικός
lucro lucros

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

lucro (pt) αρσενικό

  1. το κέρδος
  2. το όφελος