ma

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ma 

Open book 01.svg Αντωνυμία[επεξεργασία]

ma (fr) θηλυκό (πληθυντικός mes)

  • κτητική αντωνυμία α' προσώπου για έναν κτήτορα: μου



Εσθονικά (et) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Αντωνυμία[επεξεργασία]

ma (et)



Ίντο (io) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Σύνδεσμος[επεξεργασία]

ma (io)



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Σύνδεσμος[επεξεργασία]

ma (it)

  1. μα



Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ma 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ma (nl)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

ma (pl)

  • γ' ενικό πρόσωπο του ρήματος mieć

Δείτε επίσης[επεξεργασία]



Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ma < me + a

Open book 01.svg Συγχώνευση[επεξεργασία]

ma (pt)