Μετάβαση στο περιεχόμενο

machete

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
a machete

machete (en)

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Χρησιμοποιείται συχνά σε φόνους όπου ο μανιασμένος θύτης δεν επιθυμεί απλά να σκοτώσει μα να εκδικηθεί με μίσος. Λέμε για τον θύτη: " he/she hacked the victim" (πετσόκοψε, κατακρεούργησε)