Μετάβαση στο περιεχόμενο

θύτης

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: θήτης

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο θύτης οι θύτες
      γενική του θύτη των θυτών
    αιτιατική τον θύτη τους θύτες
     κλητική θύτη θύτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θύτης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θύτης[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈθi.tis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: θύτης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θύτης αρσενικό (θηλυκό θύτρια)

  1. (θρησκεία) (κυριολεκτικά) αυτός που προσφέρει θυσία
  2. (μεταφορικά) αυτός που προκαλεί ζημία σε κάποιον, φέρεται βίαια ή εγκληματεί

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • θύτης - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)