magnet
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| magnet | magnets |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]magnet (en)
Πολωνικά (pl)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]magnet (pl) αρσενικό
- (οικείο) το μαγνητόφωνο
| ενικός | πληθυντικός |
| magnet | magnets |
magnet (en)
magnet (pl) αρσενικό