maja

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

maja < Maj- + -a

Επίθετο[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική maja majaj
αιτιατική majan majajn

maja (eo)

  1. σχετικός με τον Μάιο, μαγιάτικος
    la maja numero de la revuo - το νούμερο του Μαΐου του περιοδικού



Φινλανδικά (fi) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

maja (fi)