Μετάβαση στο περιεχόμενο

make sure

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
make sure <  δείτε τις λέξεις make και sure

Έκφραση

[επεξεργασία]

make sure (en) Lua error in Module:labels at line 98: attempt to index field '?' (a nil value).

  1. φροντίζω, κοιτάζω, κάνω κάτι για να είμαι σίγουρος ότι κάτι άλλο συμβαίνει
    παράδειγμα  Make sure you do not break it/you are not late!
    Κοίτα να μην το σπάσεις/να μην αργήσεις!
    παράδειγμα  I make sure to always be on time.
    Φροντίζω να είμαι πάντα στην ώρα μου.
    παράδειγμα  Make sure nobody leaves without paying.
    Φρόντισε να μη φύγει κανείς χωρίς να πληρώσει.
    παράδειγμα  If it’s about a mistake, I’ll make sure to fix it.
    Αν πρόκειται για λάθος, θα φροντίσω να το διορθώσω.
  2. σιγουρεύομαι, βεβαιώνομαι, ελέγχω αν κάτι είναι αλήθεια ή έχει γίνει
    παράδειγμα  Before you leave, make sure the doors are locked.
    Πριν φύγεις σιγουρέψου ότι οι πόρτες είναι κλειδωμένες.
    παράδειγμα  Make sure the door is locked.
    Βεβαιώσου ότι η πόρτα είναι κλειδωμένη.
    παράδειγμα  I made sure he is telling the truth.
    Βεβαιώθηκα ότι λέει την αλήθεια.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]