make sure
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]make sure (en) Lua error in Module:labels at line 98: attempt to index field '?' (a nil value).
- φροντίζω, κοιτάζω, κάνω κάτι για να είμαι σίγουρος ότι κάτι άλλο συμβαίνει
Make sure you do not break it/you are not late!
- Κοίτα να μην το σπάσεις/να μην αργήσεις!
I make sure to always be on time.
- Φροντίζω να είμαι πάντα στην ώρα μου.
Make sure nobody leaves without paying.
- Φρόντισε να μη φύγει κανείς χωρίς να πληρώσει.
If it’s about a mistake, I’ll make sure to fix it.
- Αν πρόκειται για λάθος, θα φροντίσω να το διορθώσω.
- σιγουρεύομαι, βεβαιώνομαι, ελέγχω αν κάτι είναι αλήθεια ή έχει γίνει
Before you leave, make sure the doors are locked.
- Πριν φύγεις σιγουρέψου ότι οι πόρτες είναι κλειδωμένες.
Make sure the door is locked.
- Βεβαιώσου ότι η πόρτα είναι κλειδωμένη.
I made sure he is telling the truth.
- Βεβαιώθηκα ότι λέει την αλήθεια.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- sure (idioms): make sure (of something/that…) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 457-458, 789, 948. ISBN 9780194325684., λήμμα: κοιτάζω, σιγουράρω, φροντίζω