Μετάβαση στο περιεχόμενο

manifold

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

manifold (en)

  1. ποικίλος
  2. πολλαπλός
    mathematics learning can take manifold paths
    η εκμάθηση των μαθηματικών μπορεί να λάβει πολλαπλά μονοπάτια
  3. πολύπλευρος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

manifold (en)

  1. (μαθηματικά) πολλαπλότητα