Μετάβαση στο περιεχόμενο

πολλαπλότητα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πολλαπλότητα οι πολλαπλότητες
      γενική της πολλαπλότητας των πολλαπλοτήτων
    αιτιατική την πολλαπλότητα τις πολλαπλότητες
     κλητική πολλαπλότητα πολλαπλότητες
Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πολλαπλότητα (μαρτυρείται από το 1886)[1] < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα πολλαπλότης, πολλαπλ(ός) + -ότητα < (λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική multiplicité)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /po.laˈplo.ti.ta/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πολλαπλότητα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πολλαπλότητα θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. πολλαπλότητα, σελ.824, Τόμος Β΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου