πολλαπλασιαστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική πολλαπλασιαστικός πολλαπλασιαστική πολλαπλασιαστικό
γενική πολλαπλασιαστικού πολλαπλασιαστικής πολλαπλασιαστικού
αιτιατική πολλαπλασιαστικό πολλαπλασιαστική πολλαπλασιαστικό
κλητική πολλαπλασιαστικέ πολλαπλασιαστική πολλαπλασιαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πολλαπλασιαστικοί πολλαπλασιαστικές πολλαπλασιαστικά
γενική πολλαπλασιαστικών πολλαπλασιαστικών πολλαπλασιαστικών
αιτιατική πολλαπλασιαστικούς πολλαπλασιαστικές πολλαπλασιαστικά
κλητική πολλαπλασιαστικοί πολλαπλασιαστικές πολλαπλασιαστικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολλαπλασιαστικός < πολλαπλασιάζω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πολλαπλασιαστικός

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]