πολλαπλασιαστικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πολλαπλασιαστικός (μαρτυρείται από το 1861)[1] < πολλαπλασιάζω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /po.la.pla.si.a.stiˈkos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πολ‐λα‐πλα‐σι‐α‐στι‐κός
Επίθετο
[επεξεργασία]πολλαπλασιαστικός, -ή, -ό
- που μπορεί να πολλαπλασιάζει κάτι
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πολλαπλασιαστικός
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ πολλαπλασιαστικός, σελ.824, Τόμος Β΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου
Πηγές
[επεξεργασία]- Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
- πολλαπλασιαστικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)