πολλαπλασιαστέος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πολλαπλασιαστέος < απόδοση του γαλλικού multiplicande < πολλαπλασιάζω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /po.la.pla.si.aˈste.os/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πολ‐λα‐πλα‐σι‐α‐στέ‐ος
Επίθετο
[επεξεργασία]πολλαπλασιαστέος, -έα, -έο
- που πρέπει να πολλαπλασιαστεί
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πολλαπλασιαστέος αρσενικό
- ο αριθμός που πολλαπλασιάζεται· σε έναν πολλαπλασιασμό, ο πρώτος αριθμός που ονομάζουμε
- στον πολλαπλασιασμό 2 x 5, το 2 είναι ο πολλαπλασιαστέος
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πολλαπλασιαστέος