martello

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

martello (it)

  1. μικρό σφυρί
  2. το σφυράκι που κτυπάει ο δικαστής στην έδρα
  3. τύπος στρατιωτικών οχυρών με στρογγυλό σχήμα.