οχυρό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ὀχυρῶ

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οχυρό οχυρά
γενική οχυρού οχυρών
αιτιατική οχυρό οχυρά
κλητική οχυρό οχυρά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οχυρό < μεσαιωνική ελληνική ὀχυρόν < αρχαία ελληνική ὀχυρά, ουδέτερο του ὀχυρός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔ.çi.ˈɾɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οχυρό ουδέτερο

  1. οχυρωμένο φρούριο ή θέση, απ’ όπου αμύνονται οι αμυνόμενοι
  2. (μεταφορικά) οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε αντιστέκεται σθεναρά σε κάτι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

οχυρό