fort
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| fort | forts |
fort (en)
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | fort | forts |
| θηλυκό | forte | fortes |
fort (fr)
- δυνατός
il est très fort - είναι πολύ δυνατός
elle est forte en maths - είναι πολύ καλή στα μαθηματικά
- εύσωμος
c'est une femme assez forte - είναι μια αρκετά εύσωμη γυναίκα
- γερός
- (μεταφορικά) συναισθηματικά έντονος
une expérience forte - μια έντονη εμπειρία
- (μεταφορικά, για γεύση, οσμή) δυνατός, έντονος
C'est fort en chocolat
- έχει έντονη γεύση σοκολάτας, έχει μεγάλη περιεκτικότητα σοκολάτας
Επίρρημα
[επεξεργασία]fort (fr)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| fort | forts |
fort (fr) αρσενικό
- το οχυρό, το φρούριο, το κάστρο
Le fort est construit sur un rocher.
- Το οχυρό έχει χτιστεί πάνω σε έναν βράχο.
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]fort (de)
Κατηγορίες:
- Αγγλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γαλλικά)
- Γαλλική γλώσσα
- Επίθετα (γαλλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)
- Μεταφορικοί όροι (γαλλικά)
- Επιρρήματα (γαλλικά)
- Ουσιαστικά (γαλλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γερμανικά)
- Γερμανική γλώσσα
- Επιρρήματα (γερμανικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γερμανικά)