Μετάβαση στο περιεχόμενο

fort

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
fort forts

fort (en)

  • το φρούριο, το οχυρό
    παράδειγμα  Kolossi Castle is one of the most important forts of Medieval Cyprus.
    Το Κάστρο του Κολοσσίου αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα οχυρά της μεσαιωνικής Κύπρου.



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό fort forts
θηλυκό forte fortes

fort (fr)

  1. δυνατός
    παράδειγμα  il est très fort - είναι πολύ δυνατός
    παράδειγμα  elle est forte en maths - είναι πολύ καλή στα μαθηματικά
  2. εύσωμος
    παράδειγμα  c'est une femme assez forte - είναι μια αρκετά εύσωμη γυναίκα
  3. γερός
  4. (μεταφορικά) συναισθηματικά έντονος
    παράδειγμα  une expérience forte - μια έντονη εμπειρία
  5. (μεταφορικά, για γεύση, οσμή) δυνατός, έντονος
    παράδειγμα  C'est fort en chocolat
    έχει έντονη γεύση σοκολάτας, έχει μεγάλη περιεκτικότητα σοκολάτας

Επίρρημα

[επεξεργασία]

fort (fr)

  1. δυνατά
    παράδειγμα  baisse le volume, c'est très fort ! - κατέβασε τον ήχο, παίζει πολύ δυνατά
  2. πολύ
    παράδειγμα  le repas fut fort honnête - το γεύμα ήταν πολύ καθώς πρέπει (Jean de la Fontaine, Rat de ville et Rat des champs)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
fort forts

fort (fr) αρσενικό



Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίρρημα

[επεξεργασία]

fort (de)