mast

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mast (en)



Τσεχικά (cs) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mast (cs) θηλυκό

  1. η αλοιφή