mast

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mast (en)



Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mast (cs) θηλυκό

  1. η αλοιφή