meter
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| meter | meters |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]meter (en)
- (ειδικά σε σύνθετα) ο μετρητής, συσκευή που μετράει ορισμένα μεγέθη και ιδίως μηχανικά φαινόμενα
a gas/electricity/water meter - μετρητής γκαζιού/ηλεκτρικού/νερού
- το παρκόμετρο
a token for the meter - ένα κέρμα για το παρκόμετρο- ≈ συνώνυμα: parking meter
- (-meter, σε σύνθετα) -μετρο, -μετρητής, η συσκευή που χρησιμοποιούμε για να μετρήσουμε ό,τι δηλώνει το πρώτο συνθετικό
a tachometer - ταχόμετρο
a speedometer - ταχύμετρο/κοντέρ
an odometer - οδόμετρο
a taximeter - ταξίμετρο
a pedometer - βηματομετρητής/βηματόμετρο
- (αμερικανική γραφή) το μέτρο, η μονάδα του μήκους
The meter is subdivided into one hundred centimeters.
- Το μέτρο υποδιαιρείται σε εκατό εκατοστά.
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο, αμερικανική γραφή) το μέτρο, για αγώνες
The photo finish showed he was the winner in the hundred meters.
- Το φωτοφίνις τον έβγαλε νικητή στα εκατό μέτρα.
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο, αμερικανική γραφή, μουσική) το μέτρο, η ρυθμική μονάδα
three-fourths meter - μέτρο τριών τετάρτων
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Άλλες γραφές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]meter (es)