meter

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

meter (en)

  1. (ΗΠΑ) μέτρο

Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

meter (es)