metre

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

metre < γαλλική mètre < μέτρον)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

metre (en)

  1. μέτρο

Flag of Turkey.svg Τουρκικά (tr) []

iki metrelik(1) bir metre(2)
ένα μέτρο(2) δύο μέτρων(1)
beş metrelik(1) çelik metre(3)
πεντάμετρο μέτρο(3)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /mɛt.ˈɾɛ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

metre (tr)

  1. το μέτρο, η βασική μονάδα του μήκους στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων.
  2. το μέτρο, το όργανο της μέτρησης μήκους που χρησιμοποιούν κυρίως οι ξυλουργοί και είναι σπαστό.
  3. το μέτρο, γενικά κάθε όργανο μέτρησης μήκους που μπορεί να μετρήσει από ένα μέτρο(1) και πάνω

Plume ombre.png Κλίση[]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]