Μετάβαση στο περιεχόμενο

minority

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
minority minorities

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

minority (en)

  1. (μόνο ενικός, με ρήμα σε πληθυντικό ή ενικό) η μειοψηφία, το μικρότερο μέρος μιας ομάδας· λιγότεροι από τους μισούς ανθρώπους ή τα πράγματα σε μια μεγάλη ομάδα
    παράδειγμα  Only a small minority of students is/are interested in politics these days.
    Μόνο μια μικρή μειοψηφία φοιτητών ενδιαφέρεται για την πολιτική στις μέρες μας.
    παράδειγμα  Only a tiny minority of products is/are affected.
    Μόνο μια ελάχιστη μειοψηφία προϊόντων επηρεάζεται.
    παράδειγμα  For a minority, the decision was a disappointment.
    Για μια μειοψηφία, η απόφαση ήταν απογοήτευση.
    παράδειγμα  That’s very much a minority view.
    Αυτή είναι ξεκάθαρα μια άποψη της μειοψηφίας.
    παράδειγμα  Minority interest groups have gained disproportionate influence.
    Οι ομάδες συμφερόντων της μειοψηφίας έχουν αποκτήσει δυσανάλογη επιρροή.
    παράδειγμα  You are definitely among the/a minority.
    Σίγουρα ανήκεις στη μειοψηφία.
    παράδειγμα  They are minority shareholders in the bank.
    Είναι μέτοχοι μειοψηφίας στην τράπεζα.
    παράδειγμα  I have a minority stake in the company.
    Έχω συμμετοχή μειοψηφίας στην εταιρεία.
  2. η μειονότητα