monaĥo

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

monaĥo < monaĥ + -o

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική monaĥo monaĥoj
αιτιατική monaĥon monaĥojn

monaĥo (eo)

la monaĥoj loĝas en la monaĥejo, οι μοναχοί κατοικούν στο μοναστήρι