monumento
Εμφάνιση
Κατωιταλικά (grk-ita)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- monumento < (άμεσο δάνειο) ιταλική monumento
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]monumento (monumènto)[1]
Αναφορές
[επεξεργασία]
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | monumento | monumentoj |
| αιτιατική | monumenton | monumentojn |
monumento (eo)
- το μνημείο