mostek

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

mostek < υποκοριστικό του most

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mostek (pl) αρσενικό

  1. το γεφυράκι, η μικρή γέφυρα
  2. (ανατομία) το στέρνο
  3. η γέφυρα με τις έννοιες
    • (οδοντιατρική) οδοντοτεχνική κατασκευή
    • (αθλητισμός) γυμναστική άσκηση
    • επίπεδο σε πλοίο