Μετάβαση στο περιεχόμενο

multiple

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

multiple (en)

Επίθετο

[επεξεργασία]

multiple (en)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
multiple multiples

multiple (fr) αρσενικό ή θηλυκό