Μετάβαση στο περιεχόμενο

mushroom

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
mushroom mushrooms

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mushroom (en)

Παράγωγα

[επεξεργασία]