mushroom
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| mushroom | mushrooms |
mushroom (en)
- το μανιτάρι
They picked mushrooms in the forest.
- Μάζεψαν μανιτάρια στο δάσος.
| ενικός | πληθυντικός |
| mushroom | mushrooms |
mushroom (en)