μανιτάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μανιτάρι τα μανιτάρια
      γενική του μανιταριού των μανιταριών
    αιτιατική το μανιτάρι τα μανιτάρια
     κλητική μανιτάρι μανιτάρια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μανιτάρι < μεσαιωνική ελληνική (ἀ)μανιτάριν < μεταγενέστερη ελληνική ἀμανίτης
αυτοφυή μανιτάρια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μανιτάρι ουδέτερο

  1. μύκητας που εμφανίζεται σε μορφή φυτού με χαρακτηριστικό σχήμα μέσα στα δάση.

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]