τρούφα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | τρούφα | οι | τρούφες |
| γενική | της | τρούφας | των | τρουφών |
| αιτιατική | την | τρούφα | τις | τρούφες |
| κλητική | τρούφα | τρούφες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈtru.fa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τρού‐φα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τρούφα θηλυκό
- (βοτανική) οποιοσδήποτε από τους διάφορους βρώσιμους μύκητες / μανιτάρια, του γένους Tuber, που αναπτύσσεται σε εδάφη στη νότια Ευρώπη
- (γαστρονομία) είδος σοκολατένιου γλυκίσματος με μαλακή υφή, το οποίο παρασκευάζεται κυρίως από σοκολάτα και κρέμα γάλακτος και καλύπτεται με κακάο, τριμμένη σοκολάτα, ξηρούς καρπούς κ.ά.
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] είδος μανιταριού
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ τρούφα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ τρούφα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά οξιτανικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Βοτανική (νέα ελληνικά)
- Γαστρονομία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)