βόμβα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βόμβα οι βόμβες
      γενική της βόμβας των βομβών
    αιτιατική τη βόμβα τις βόμβες
     κλητική βόμβα βόμβες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βόμβα < μπόμπα με λόγια υπερδιόρθωση < ιταλική bomba και δείτε μπόμπα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βόμβα θηλυκό

  1. (στρατιωτικός όρος) συσκευή γεμάτη εκρηκτικά, χρησιμοποιούμενη για την καταστροφή πραγμάτων
  2. (μεταφορικά) καταστροφή, ξαφνική αποκάλυψη σκανδάλου με μεγάλες επιπτώσεις

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]