bomba

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βοσνιακά (bs) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bomba (bs)




Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

bomba < λατινική bombus

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bomba (it)

  1. η βόμβα
  2. (γαστρονομία) Ιταλικό γλυκό, ζύμη κέικ, γεμίζεται με κρέμα, σοκολάτα ή μαρμελάδα
  3. ορολογία , ποτό ή ότι ντοπάρει τεχνητά έναν αθλητή για αν έχει καλύτερες επιδόσεις.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]


Ουγγρικά (hu) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bomba (hu)