βομβαρδίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βομβαρδίζω < ιταλικά bombardare < bomba ( < αρχαία ελληνική βόμβος) + ardo ( < αρχαία ελληνική ἄρδω (=ποτίζω) ) + λατινικά κατάλ. απαρ. -re

Ρήμα[επεξεργασία]

βομβαρδίζω

  • Επιτίθεμαι χρησιμοποιώντας βόμβες.


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]